Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Του νεκρού αδελφού (παραλογή)

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

1.Λαζάρ και Πετκάνα (Βουλγαρία) 


Πού το 'δαν και π' ακούστηκε
γυναίκα να γεννάει
γιους τριδυμάρια τρεις φορές,
να κάμει εννιά αδέλφια,
εννιά αδέλφια τρίδυμα,
μια κόρη, την Πετκάνα.
Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε
και νοικοκύρεψέ τα
μόν' η Πετκάνα έμεινε
κι ήρθαν να τη γυρέψουν,
για την Πετκάνα έρχονται,
δέκα χωριά απ' αλάργα.
Μα την Πετκάνα η μάνα της
μακριά πολύ δε δίνει.[...]
Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος
της μάνας του της λέγει:
—Για δώσ' την μάνα, δώσ' τηνα
κι είμαστε εννιά αδέλφια
κι αν μια φορά ο καθένας μας
σε πάει στην Πετκάνα,
εννιά φορές θε να τη δεις
κι εννιά φορές θα γίνει. [...]
Σαν βγήκε η Πέτκα απ' την αυλή
μαύρη πανούκλα μπήκε.
Τους σκότωσε, τα ξέκανε
και τα εννιά αδέλφια
κι εννιά νυφάδες, όλες νιες—
αφήκ' εννιά αγγόνια.
Σαν ήρθε ψυχοσάββατο
χύν' το κρασί η μάνα, [...]
στου Λάζαρου τα χώματα
κρασί δε χύν' η μάνα,
δε χύν' η μάνα το κρασί,
δέν τονε μνημονεύει,
βαριά πολύ η μάνα του
τον Λάζαρ καταριόταν. [...]
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
περνούν πράσινο δάσος
κι ένα πουλάκι λάλησε:
—Θεούλη μ', Κύριε Ύψιστε,
πού το 'δαν και π' ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο! [...]
Πήγ' η Πετκάνα σπίτι τους,
κλαίγαν εννιά εγγόνια,
η μάνα της τα 'σύχαζε
κι η Πέτκα της φωνάζει:
—Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε. [...]
Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε
ώσπου κι οι δυο αποθάναν.
(μτφρ. Δημήτρης Άλλος,
σελ. 258-261)



2. Η κόρη και τ΄αδέλφια της (Σερβία)

Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια την κόρη

την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη

τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.

Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,

κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες. [...]

Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους

και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,

που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέρφια.

Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,

κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη

κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε.

Κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε

μόν' είναι ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας. [...]

«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,

δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι

κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους. [...]

Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει [...]

κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.

(μτφρ. Ηλίας Λάγιος - Ισμήνη Ραντούλοβιτς, σελ. 411-414)



3.Κωνσταντής και Δοκίνα (Αλβανία)

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

σφάξαν βόδι στο χωριό,

πήγα πήρα μιαν οκά

το’ ριξα στον τέντζερη.

Βγήκα μέχρι την αυλή

για να φέρω κούτσουρα,

να σου, ήρθε ένα στοιχειό

κι έπεσε στον τέντζερη

και φαρμάκωσε τους γιους μου,

εννιά γιους κι εννιά νυφάδες

κι εννιά με τα μωρά τους.

Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,

μου καήκαν εννιά προίκες,

εννιά όπλα βουβαθήκαν.

Κωσταντή, κακό ν' ακούσεις

που την πάντρεψες στα ξένα

τη Δοκίνα μας, αλάργα

πέρα από τρία βουνά.

Ανήμερα το Μέγα Πάσχα

η Δοκίνα χόρευε.

Ο Κωσταντής βγήκε απ' τον τάφο,

άλογό του έγιν' η πέτρα,

και το χώμα σέλα του,

τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.

—Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.

Αν μου ήρθες για καλό,

να ντυθώ σαν γερακίνα,

κι αν μου ήρθες για κακό,

να ντυθώ σαν καλογριά.

—Έλα, αδερφή, ως είσαι.

Στ' άλογο την ανεβάζει,

τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:

—Τσιλιβίου, βίου, βίου

ίσως να 'ναι ο αγέρας.

—Είδατε; Δεν είδατε;

Περπατάει λευκή πουλάδα

η ζωντανή με τον νεκρό.

Φτάσανε στην εκκλησία:

—Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,

εγώ πάω στο άγιο βήμα,

τόχω εκεί το σπίτι μου.

Πήγε χτύπησε την πόρτα:

—Ποιος να είναι που χτυπάει;

Μήπως μια κακιά γυναίκα,

μήπως η ίδια η χολέρα,

που μου πήρε τα παιδιά μου;

—Μάνα, άνοιξε την πόρτα,

η μοναχοκόρη σου είμαι.

—Και ποιος σ' έφερε, Δοκίνα;

—Μ' έφερε ο Κωνσταντίνος.

—Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,

τρία χρόνια μες στο χώμα

και δεν έλιωσε ακόμα;

Στο κατώφλι η μια κι η άλλη

σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

(μτφρ. Ανδρέας Ζαρμπαλάς,

σελ. 111-112)



4. ΤΟ ΕΞΩΤΙΚΟ, Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε
*
Ποιος τα μεσάνυχτα καβαλικεύει;
Είν' ο πατέρας με το παιδί·
το 'χει στα στήθια του και το χαϊδεύει
και κάπου σκύβει και το φιλεί.

-Παιδί μου, τι έκρυψες το πρόσωπό σου;
-Δε βλέπεις τ' άγριο το ξωτικό,
πατέρα; πέρασε απ' το πλευρό σου·
-Τα νέφια απλώνονται εις το νερό.

-Παιδί μου, έλα στη συντροφιά μου,
μ' αρέσ' η όψις σου η δροσερή,
περίσσια λούλουδα έχ' η οχθιά μου,
κι έχ' η μητέρα μου στολή χρυσή.

-Ακούς, πατέρα μου, ακούς τι λέει;
Με θέλει σύντροφο το ξωτικό·
-Παιδί μου, ησύχασε, τ' αέρι κλαίει
σ' άγριο χαμόδενδρο, θάμνο ξερό.

-Παιδί μου, έλα τι σε τρομάζει;
θα 'χεις τις κόρες μου για συντροφιά,
που όταν τη λίμνη μας νύχτα σκεπάζει,
χορεύουν εύθυμες στην αμμουδιά.

-Πατέρα, κοίταξε· δε βλέπεις πέρα,
σαν να χορεύουνε οι κορασιές;
-Παιδί μου, βλέπω απ' τον αέρα,
κουνιούνται πένθιμα γριές ιτιές.

-Μ' αρέσει η όψη σου, χρυσό μου αστέρι,
μα συ δεν έρχεσαι· σε παίρνω εγώ ...
-Πατέρα, άπλωσε το άγριο χέρι,
πατέρα, μ' έπνιξε το ξωτικό.

Τρέμει ο πατέρας του και τ' άλογό του
κεντά και χάνεται σαν αστραπή·
φθάνει στη θύρα του ... ωιμέ το γιο του
κρύο στον κόρφο του, νεκρό κρατεί.

---
μτφρ.: Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος
(Ζαν Μορεάς, 1856 - 1910)



5.Ο βοηθός των θαμένων, Γ. Χειμωνάς 
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=250&author_id=61
 .

6.Του νεκρού αδελφού ( κρητική παραλλαγή)


Μια μάνα είχ’ εννιά τσι γιους και μια τη θυγατέρα,
Στα σκοτεινά την έλουγε, στο φέγγος τη χτενίζει,
Στο φεγγαράκι τ’ αργυρό τήνε σουραδοπλέκει.
Κι η γειτονιά δεν το ξερε πως είχε θυγατέρα
Και προξενιά τση μπέψανε από τη Σαλονίκη.
Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωνσταντίνος  θέλει:
«Δως τηνε, μάνα, δως τηνε την Αρετή στα ξένα,
να’ χω κι εγώ παρηγοριά στα ξένα να γυρίζω».
«Κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να τήνε φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
«Δεν τηνε, δούδω, Κωνσταντή, την Αρετή στα ξένα,
κι αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, ποιος πα να μου τη φέρει;»
«Δως τηνε, μάνα, δωσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
μ’ αν τύχει ο χρόνος βίσεκτος, εγώ πα να τη φέρω».
Και δούδει την η μάναν τση την Αρετή στα ξένα.
Τυχαίν’ ο χρόνος βίσεκτος, οι εννιά αδερφοί ποθαίνουν.
Και εις των οχτώ τα μνήματα βιόλες και μαντζιοράνες
Κι εις του καημένου Κωνσταντή στράτες και μονοπάτια.
Κι επέρασε κι η μάνα του κι αναθεμάτισέν τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα».
Και πάλι ξαναπέρασε κι αναθεμάτισέ τον:
«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή, κι εσέ και το καλό σου,
απού μου την εξέριζες την Αρετή στα ξένα».
Το τόσο μυριανάθεμα ο Κωνσταντής βαρέθη,
Κάνει το μνήμαν τ’ άλογο και το λαζάρι σέλα
Και τα κιβουροχάλικα σκάλες και χαλινάρια.
Παίζει του μαύρουν του βιτσιά, στο Σαλονίκι φτάνει,
Βρίστει την κόρη στο χορό με τρεις παπαδοπούλες:
«Καλώς τονε τον Κωνσταντή που φέρνει το μαντάτο.
Αν είναι θλίψη, να θλιφτώ, κι αν είν’ χαρά, ν’ αλλάξω,
Κι αν είναι για το γάμο σου, ολόχρυσα να βάλω».
«Δεν είναι θλίψη να θλιφτείς μηδέ χαρά ν’ αλλάξεις
μηδέ και για το γάμο μου ολόχρυσα να βάλεις.
Η μάνα σου σ’ εζήτησε και θέλει σε να πάεις».
Απού τη χέρα την αρπά, στο μαύρο την καθίζει,
Παίζει βιτσιά τ’ αλόγου του, σαν τον αέρα πάει.
Και όντεν επερνούσανε κοντά στον Αι-Γιώργη,
Γροικά η κόρη μια μιλιά παράξενη και λέει:
«Για ιδέ κοράσιον όμορφον το σέρν’ αποθαμένος».
«Γροικάς το, Κωνσταντίνο μου, τ’ αηδόνι είντα λέει;»
«Γροικώ το, Αρετούσα μου, και το γνωρίζω κιόλας».
Και όντεν επερνούσανε στα μνήματ’ αποπάνω:
«Κατές τώρ’ , Αρετούσα μου, στο σπίτι μας να πάεις;
Γιατί χρωστώ τ’ Αγιού κερί, του μάκρους μου λαμπάδα».
«Κατέχω, Κωνσταντίνο μου, στο σπίτι μας να πάω,
μα γιάντα, αδερφάκι μου, μ’ αφήνεις εις το δρόμο;»
Η κόρη δεν επρόφταξε να πει ‘ναν άλλο λόγο
Κι ο Κωνσταντής εχάθηκε στη μέση τω μνημάτω.
Παίρνει την παραπόνεση, στο σπίτιν τση και πάει.
Βρίστει τσι πόρτες σφαλιχτές και τα κλειδιά παρμένα
Και τα πορτοπαράθυρα σφιχτά περατωμένα.
Φωνιάζει τση μανούλας τση ογιά να της ανοίξει.
«Αν είσ’ αέρας, πήγαινε, κι αν είς ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι».
«Αν εισ’ αέρας, πήγαινε, κι αν εις ο Χάρος, διάβα,
αν είσ’ ο πικροχάροντας, δεν έχω μπλιο παιδάκια,
όξω την Αρετούσα μου, κι είναι μακριά στα ξένα».
«Άνοιξε, μάνα, άνοιξε, μα η γι Αρετούσα σου ‘μαι»
«Δείξε τον αρραβώνα σου απού την κλειδωνιάστρα,
κι αν είσ’ η γι Αρετούσα μου, εγώ θα σε γνωρίσω».
Δείχνει τον αρραβώναν τση απού την κλειδωνιάστρα
Κι η μάναν τσ’ ώστε να το ιδεί άνοιξ’ ευτύς την πόρτα
Κι εσφιχταγκαλιαστήκανε κι ευτύς εξεψυχήσαν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου