Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΡΕΣΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΑ ΡΕΣΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Για τα "ρέστα" του Ταχτσή

      Σοφία Κανιάκα

  «Προσοχή, ο τίτλος είναι παγίδα» έγραψε κάποτε ένας κριτικός. Τα ρέστα, όσο κι αν άλλα σε κάνει να πιστεύεις ο τίτλος, δεν είναι απλώς μία σειρά από ιστορίες που περίσσεψαν στο συγγραφικό εργαστήρι μετά Το τρίτο στεφάνι. Όταν ο Ταχτσής, μέσα στη Χούντα, αποφάσισε να μαζέψει ήδη δημοσιευμένα και αδημοσίευτα διηγήματά του σε βιβλίο, ο στόχος του ήταν πολύ πιο πολύπλοκος. Το αποτέλεσμα ήταν μια από τις πιο ριζοσπαστικές συλλογές διηγημάτων στα ελληνικά, ένα συναρπαστικό παιχνίδι με τα όρια της αυτοβιογραφίας και της αφήγησης και μια καίρια πρόταση για τον ρόλο που παίζει η σεξουαλικότητα στη διαμόρφωση του (συγγραφικού) υποκειμένου.
          Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ένα αγόρι μεγαλώνει στην Αθήνα, κάτω από την επιβλητική σκιά γιαγιάς, μάνας και μιας μεταπολεμικής Ελλάδας που από παντού μυρίζει καταπιεσμένη επιθυμία. Όλες οι ιστορίες μοιάζουν ατελή αυτοβιογραφικά σκίτσα που σταματούν, για να ξεκινήσουν αλλιώς,  ή όλες οι ιστορίες γυρίζουν γύρω από τον ίδιο ήρωα που μας παρουσιάζεται κάθε φορά σε διαφορετική εκδοχή. Τα ρέστα καταλήγουν, έτσι, να προτείνουν την αυτοβιογραφία ενός πολλαπλού εγώ.Σε μια κριτική της η Καίη Τσιτσέλη γράφει  το 1974: «Ο Ταχτσής ακροβατεί στην κόψη της αλήθειας, με τα μάτια ανοικτά κι αυτά τα ατελή, παραπλανητικά κομμάτια του εαυτού του  τα κάνει τέχνη, και συγχρόνως, ανατομία της τέχνης».
         Δεν μπορεί κανείς να μη σκεφθεί ότι την ίδια εκείνη περίοδο ο Διονύσης Σαββόπουλος ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει παλαιότερα τραγούδια του, μπλεγμένα με αυτοβιογραφικές αφηγήσεις ως Δέκα Χρόνια Κομμάτια (1975). Ο Ταχτσής με Τα ρέστα κάνει κάτι ανάλογο. Τα ρέστα, μία σειρά διηγημάτων που είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται σε περιοδικά το 1964, πρωτοσυγκεντρώθηκαν σε βιβλίο το 1972 και απέκτησαν την τελική τους μορφή το 1974, είναι τα Δέκα Χρόνια Κομμάτια του Ταχτσή.
         Η κατακερματισμένη και αυτοαναφορική αφήγηση έρχεται όμως εδώ να υπηρετήσει ένα μεγαλύτερο σχέδιο. Αν στο Τρίτο στεφάνι ο Ταχτσής είχε βάλει τους ακατάσχετους προσωπικούς μινυρισμούς δυο γυναικών να πλαισιώσουν τη μεγάλη Ιστορία και τη μικροαστική κοινωνία, στα Ρέστα ξεκινά αντίθετα. Εδώ, το κοινωνικό πλαίσιο επιβάλλεται και δημιουργεί τον προσωπικό λόγο και την επιθυμία ενός ήρωα/αφηγητή/συγγραφέα που θέλει να αυτοβιογραφηθεί.
         Στην πρώτη ιστορία, ο ήρωας προσπαθεί να προλάβει τα θελήματα που τον βάζει να κάνει η μάνα του, χωρίς να καθυστερήσει ή να χάσει τα ρέστα• δεν πετυχαίνει πάντα κι έτσι δεν ξεφεύγει, ούτε το ξύλο της, ούτε την απειλή :«Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή». Στον επίλογο του διηγήματος, ο αφηγητής, ως ενήλικος πια, θα μας πληροφορήσει ότι δεν εκπλήρωσε τη μητρική προσδοκία: «Αχ! βρε μάνα... Ακόμα δεν έμαθα το μάθημά μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας».
         Με διαφορετικά προσωπεία ο ήρωας, καθώς μεγαλώνει από ιστορία σε ιστορία, έρχεται συνεχώς αντιμέτωπος με παρόμοιες κοινωνικές επιταγές και τις περισσότερες φορές αποτυγχάνει: η «μοντέρνα» ανδρική εμφάνιση, το σχολείο και τα «αρρενωπά» μαθηματικά, η κοινωνική θέση, και η «κατάκτηση» του άλλου φύλου, ο έρωτας, το πανεπιστήμιο• όλα επιβάλλονται ως επικλήσεις κοινωνικής αξίας ( πρέπει να γίνεις/κάνεις αυτό ), με όλα ο ήρωας αναμετράται και σχεδόν όλες τις φορές κάτι δεν πάει καλά, κάπου ο ίδιος πάντα περισσεύει. Σχεδόν πάντα οι κοινωνικές αυτές «εγκλήσεις» αναδεικνύονται σχετικές με το κοινωνικό φύλο, την κοινωνική θέση του άνδρα και της γυναίκας, τον ανδρισμό και τη γυναικότητα. Και η αδυναμία του ήρωα να εναρμονιστεί πλήρως συνδέεται, όσο προχωρούν τα διηγήματα, σχεδόν πάντα με την ομοφυλοφιλία του.
         Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη. Ήταν παιδί χωρισμένων γονιών΄ τον πατέρα τον γνώρισε ελάχιστα. Η μάνα, ιδιαίτερα ανεξάρτητη για την εποχή της, τον «παραδίδει» και μεγαλώνει στα χέρια της Αθηναίας γιαγιάς του, που έχει βρεθεί στη Μακεδονία υπό τις ίδιες συνθήκες, πάνω κάτω, που βρέθηκε και η Εκάβη του «Στεφανιού». Και για τους ίδιους ακριβώς λόγους παίρνει τον εγγονό της και εγκαθίστανται στην Αθήνα, στο Μεταξουργείο, όπου ζει όλες τις περιπέτειες και τις σύγχρονες τραγωδίες της Ελλάδας.
       Ο Κώστας Ταχτσής περνάει την εφηβεία του σε ένα μητριαρχικό περιβάλλον, όπου τα αρσενικά πέφτουν συχνά θύματα των γυναικών, οι οποίες μηχανορραφούν εις βάρος τους, υφαίνοντας σαν τις αράχνες τον ιστό στον οποίο παγιδεύουν τους άντρες-θηράματά τους. Κι έτσι χάρη σε αυτές, διεισδύει από πολύ μικρός στη γυναικεία ψυχολογία -αντιζηλίες, προδοσίες, εκδίκηση- την οποία και αποδίδει τόσο αριστουργηματικά στο έργο του.
     Ως ενήλικας, επιλέγει μια ζωή ακραία τολμηρή , εξωφρενική: Ανοιχτά ομοφυλόφιλος από πολύ νωρίς (τον χαρακτηρίζει έντονα το αίσθημα της ελευθερίας) και υπέρμαχος της ειλικρίνειας και της συνέπειας λόγων και πράξεων όσο λίγοι, κάτι που στον πολυποίκιλο και πολυτάραχο βίο του δημιουργεί άπειρες προστριβές και έχθρες.
         Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, φοιτητής της Νομικής ακόμα (την οποία ποτέ δεν τέλειωσε) γίνεται μέλος του κύκλου του «Βυζάντιου» και του «Μπραζίλιαν», των καφενέδων που στέγαζαν τις συζητήσεις και τα οράματα της πρώτης μεταπολεμικής -μεγαλοαστικής κυρίως- παρέας νεαρών διανοουμένων: Γιώργος Μακρής, Ελύτης, Γκάτσος, Χατζιδάκις, Αργυράκης, Νάνος Βαλαωρίτης -με τον οποίο συνδέεται φιλικά εφ’ όρου ζωής.


    Κάνει μερικές ποιητικές απόπειρες με το «Περί ώραν δωδεκάτην» το ’53, και τη «Συμφωνία στο Μπραζίλιαν» το ’54, για να το πάρει απόφαση ότι δεν είναι «γεννημένος ποιητής».
      Έτσι στην τελευταία του συλλογή, «Καφενείο το Βυζάντιο», το ’56, βάζει τον Τσαρούχη και του φιλοτεχνεί το εξώφυλλο, με ένα αγγελτήριο θανάτου, «τελειώνοντας» με την ποίηση! Με τον ζωγράφο είναι γείτονες στις σοφίτες του περίφημου μεγάρου Καλλιγά στο Σύνταγμα και οι σχέσεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους δεν διακρίνονται από μεγάλη σύμπνοια, αλλά μάλλον από ανταγωνιστική διάθεση. Σε αυτόν, εξάλλου, χρωστάει τη γνωστή ρήση: «Ο Ταχτσής κάνει γκελ με την άβυσσο»!
         Εργάζεται ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου.Στην Αθήνα βιοπορίζεται, διδάσκοντας αγγλικά, και το ‘54 αρχίζει τις μεγάλες του εξορμήσεις -και περιπέτειες- ανά την Ευρώπη. Το ‘56 δουλεύει ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Παιδί και το δελφίνι», που γυρίζεται στην Υδρα με τη νεαρή τότε Σοφία Λόρεν, και τον επόμενο χρόνο φεύγει μετανάστης στην Αυστραλία. Στους «Αντίποδες» «ενηλικιώνεται»: Ξεκινάει την πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματός του και αρχίζει να εκδίδεται ως παρενδυτικός, μια συνήθεια που τον ακολουθεί στο υπόλοιπο της ζωής του μέχρι τελευταίας -κυριολεκτικά- πνοής. Πάντα με το ίδιο μοτίβο: Σκεπτόμενος διανοούμενος το πρωί, ακροβάτης των σεξουαλικών ισορροπιών τη νύχτα.
         «Το τρίτο στεφάνι» το εκδίδει πουλώντας ένα σπίτι στην Πλάκα.Διανέμει τον Ιανουάριο του ‘63 μερικά αντίτυπα και φεύγει με το πρώτο καράβι, άρον άρον σαν απόδραση, για την Αμερική, όπου διανύει δύο συναρπαστικά και τρικυμιώδη χρόνια. Ο Βαλαωρίτης ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό «Πάλι» και του ζητάει ένα διήγημα για το πρώτο τεύχος. Του στέλνει από τη Νέα Υόρκη «Τα ρέστα». Παρόλο που επανέρχεται αυτοβιογραφούμενος, η μοντέρνα γραφή και η κριτική απόσταση από τα βιώματά του αποδεικνύουν, χάρη στην άρτια τεχνική του, την ωριμότητα και την εξελισσόμενη μαστοριά του ως πεζογράφου. Με αφορμή τα επόμενα τεύχη και ως μέλος της συντακτικής ομάδας του «Πάλι», πίσω στην Αθήνα, ολοκληρώνει σειρά διηγημάτων, κάτι σαν «ένα μυθιστόρημα αλυσίδα», όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, που κάτω από τον τίτλο του πρώτου αποτελούν τη συλλογική έκδοση του ‘72.
         Η δικτατορία τού στερεί τη μαζική επανέκδοση του «Στεφανιού», καθώς ο Δεσποτίδης των εκδόσεων «Θεμέλιο», που του το προτείνει, συλλαμβάνεται την ώρα που στη Γαλλία εκδίδεται σε μετάφραση του κορυφαίου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ. Συνυπογράφει τη «Δήλωση των 18 κατά της λογοκρισίας», ενώ οι συναναστροφές του πια περιλαμβάνουν από τον Σεφέρη μέχρι τον Ιόλα, τον Φασιανό και τον Ακριθάκη, οι οποίοι αποδεικνύονται καρδιακοί φίλοι. «Το τρίτο στεφάνι» αναπάντεχα διαδίδεται χάρις στους πολιτικούς κρατουμένους του Κορυδαλλού, περνώντας από χέρι σε χέρι. Το 1973, ο Αγγελόπουλος συνεργάζεται μαζί του στο σενάριο του «Θιάσου», ξεχνώντας να βάλει το όνομά του στους συντελεστές.
         Η μεταπολίτευση φέρνει ελπίδες για τις νέες προοπτικές της σύγχρονης Ελλάδας. Γίνεται σύμβουλος λογοτεχνίας στην κρατική τηλεόραση και συν-σχεδιάζει μαζί με τον Χατζιδάκι το Τρίτο Πρόγραμμα. Σύντομα όμως παραιτείται, συνειδητοποιώντας ότι, φύσει και θέσει ανένταχτος κι ελεύθερος, είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με τους αυλοκόλακες και τα τερτίπια του κατεστημένου.
         Διασκευάζει εξαιρετικά για τη φίλη του Ελλη Λαμπέτη το ’75 την πρωτοποριακή «Δεσποινίδα Μαργαρίτα» και το ’78 τη «Φιλουμένα», ενώ εξοργίζει την πλειονότητα των αρτηριοσκληρωτικών φιλολόγων, μεταφέροντας τον Αριστοφάνη -«Λυσιστράτη», «Βατράχους», «Εκκλησιάζουσες»- όλα παραγγελίες του Σπύρου Ευαγγελάτου- με τη χρήση λαϊκού ζωντανού λόγου και την αργκό των τραβεστί). Όλα αυτά, στον κολοφώνα της δόξας του,ενώ το «Στεφάνι» γίνεται πια μπεστ σέλερ και το δοκιμιακό «Η γιαγιά μου η Αθήνα» του ’79 να τον ανάγει σε ζωντανό μύθο του αθηναϊκού γίγνεσθαι.
         Στη δεκαετία του ’80 αναλώνεται σε φοβερές συγκρούσεις με τους παρενδυτικούς της Συγγρού, μια πολύπλοκη ρήξη με αφετηρία την ίδρυση του απελευθερωτικού κινήματος των γκέι και η δημοσιοποίηση της προσωπικής του ζωής οδηγεί στην ακύρωση της κινηματογραφικής μεταφοράς του «Τρίτου στεφανιού» από τον Αγγελόπουλο και τον Κακογιάννη. Με αυτό το παράπονο φεύγει, θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας από εραστή-πελάτη στο σπίτι του στον Κολωνό, ξημέρωμα της 26ης Αυγούστου του 1988, σε ηλικία μόλις εξήντα ενός ετών. Άφησε ημιτελή «Το φοβερό βήμα», μια προφητική αυτοβιογραφία εξαιρετικού ύφους και αφηγηματικής πυκνότητας  ,όπου σκόπευε να πει τα πάντα για τον εαυτό του αλλά και για όλους τους υπόλοιπους. Ωστόσο κάποιος -άθελα του ή προσχεδιασμένα- φρόντισε να μην προλάβει…
 "Τα ρέστα"
Η πλοκή του διηγήματος
      Το διήγημα περιλαμβάνει επιμέρους επεισόδια από τη συμβίωση του αφηγητή με τη μητέρα του (αυτοβιογραφική διάσταση). Η ανάμνηση της λεκτικής απειλής της μητέρας τροφοδοτεί τις αναμνήσεις μιας τραυματικής παιδικής ηλικίας. Στο τέλος του διηγήματος , η χρονική απόσταση των τριάντα χρόνων επιτρέπει στον αφηγητή να ερμηνεύσει τη μητρική συμπεριφορά αλλά και να ασκήσει την κριτική του γι’ αυτή.
Θεματικοί άξονες
     Η σχέση μητέρας-παιδιού, οι κοινωνικές και ψυχολογικές συγκυρίες που την καθορίζουν, ο εύθραυστος παιδικός ψυχισμός, η αγκίστρωση από το μητρικό πρότυπο, η επιρροή που ασκούν στιγμιότυπα της ανήλικης ζωής στην ενηλικίωση του ατόμου.

Το νόημα της απειλής και τα αποτελέσματά της.

          Το νόημα της απειλής ήταν μόνο λεκτικό, αλλά αρκετό, για να δημιουργήσει στο παιδί πανικό και φόβο για την επερχόμενη ποινή. Η μητέρα δικαιολογούσε τη σκληρότητά της, υποστηρίζοντας ότι με τη συμπεριφορά της αυτή ενίσχυε τον ανδρισμό του γιου της. Στην πραγματικότητα, το παιδί ήταν το εξιλαστήριο θύμα της κάθε φορά που η ίδια αντιμετώπιζε προβλήματα με τον εν διαστάσει σύζυγό της και πατέρα του παιδιού.
       Με άλλα λόγια, ξεσπούσε στο παιδί, διοχετεύοντας εναντίον του την οργή που έτρεφε για τον πρώην άντρα της («άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου, δε χρειάζεται άλλους η κοινωνία»). Δυστυχώς, ο ήρωας δεν κατόρθωσε να γίνει άντρας, όπως τον προέτρεπε η μητέρα του και η στάση της προκαθόρισε τη μελλοντική αποκλίνουσα συμπεριφορά του νεαρού άντρα στον κόσμο των ενηλίκων.
Η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της παιδικής προσωπικότητας           
          Η αποκλίνουσα συμπεριφορά που ο αφηγητής-ήρωας παραδέχεται ότι απέκτησε ως ενήλικας λόγω της στάσης της μητέρας του απέναντί του, αποδεικνύει τη σπουδαιότητα της οικογένειας ως φορέα διαμόρφωσης της προσωπικότητας του παιδιού. Γενικά, η σχέση μητέρας –παιδιού θεωρείται ότι λειτουργεί ως πρότυπο για τις μετέπειτα συναισθηματικές σχέσεις του παιδιού, χωρίς να υποβαθμίζεται και το μερίδιο ευθύνης που έχει και ο πατέρας για την ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη. Διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες , όπως η προσωπικότητα των γονέων και η συμπεριφορά τους, αλλά και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις, διαμορφώνουν το ψυχολογικό κλίμα της οικογένειας.
        Ο ήρωας του διηγήματος του Ταχτσή έζησε σε ένα ταραγμένο ψυχολογικό κλίμα, με μια κυκλοθυμική μητέρα με έντονα απωθημένα προς τον πρώην σύζυγο κι έναν πατέρα- απόντα στη ζωή του παιδιού. Μοιραία, διαμόρφωσε μια προβληματική προσωπικότητα, έναν αδύναμο χαρακτήρα, παρά τις αντίθετες προσδοκίες της μητέρας.
Τα αντιθετικά ζεύγη της αφήγησης
 Αθωότητα-εμπειρία,
 Παιδί(αιτία)-ενήλικας (αποτέλεσμα).
         Τα δύο αυτά αντιθετικά ζεύγη ταυτίζονται , καθώς ο αφηγητής –παιδί εκφράζει την αθωότητα με την ανυποψίαστη ματιά πάνω στα γεγονότα και την αδυναμία της πλήρους ερμηνείας τους, ενώ ο αφηγητής –ενήλικας εκπροσωπεί την εμπειρία των χρόνων, την ωριμότητα των συναισθημάτων και το ξεγύμνωμα των μύθων της παιδικής ηλικίας. Έτσι, στην ωριμότητά του, ο ήρωας μπορεί να καταλάβει ότι η συμπεριφορά της μητέρας του ήταν ένα ξέσπασμα οργής για το διαζύγιο και για τον πρώην σύζυγό της, αλλά και για όλες τις δυσκολίες της ζωής που έπρεπε να αντιμετωπίσει μόνη της. Ωστόσο, τα βιώματα του παρελθόντος , που ταυτίζονται με την παιδική ηλικία και επομένως με την αθωότητα, εξακολουθούν να ρίχνουν τη σκιά τους στο παρόν. Έτσι, αποτελούν το αίτιο για τη μετέπειτα ζωή ενός άντρα, που δεν κατάφερε ποτέ να αποδεχτεί το φύλο του.
Ο αφηγητής και το είδος της αφήγησης
        Πρόκειται για ομοδιηγητική αφήγηση με χαρακτήρα αυτοβιογραφικό, όπου ο αφηγητής συμμετέχει στην ιστορία που αφηγείται ως πρωταγωνιστής(ομοδιηγητικός αφηγητής). Στο α΄ μέρος του διηγήματος ο αφηγητής εστιάζει στα γεγονότα μέσα από την οπτική γωνία του παιδιού(εσωτερική εστίαση). Χρησιμοποιώντας το β΄ ενικό πρόσωπο, ξαφνιάζει αρχικά τον αναγνώστη για το ποιος μιλά και σε ποιον απευθύνεται.
         Η οπτική γωνία του αφηγητή μεταβάλλεται στο β΄ μέρος του διηγήματος, καθώς περνάμε από το παρελθόν στο παρόν. Την αλλαγή της οπτικής γωνίας φανερώνει η χρήση του α΄ ενικού προσώπου. Εδώ ο τόνος γίνεται πιο εξομολογητικός, σα να απευθύνεται ο αφηγητής στην ίδια του τη μητέρα προσωπικά και μας θυμίζει σελίδες ημερολογίου ή αυτοβιογραφικού κειμένου. Η παιδική του αθωότητα έχει δώσει τη θέση της στην ωριμότητα της ενήλικης ζωής (μηδενική εστίαση). Τώρα πια δεν αντιμετωπίζει τη μητρική συμπεριφορά παθητικά, αλλά είναι σε θέση να την ερμηνεύσει, όχι όμως και να τη δικαιολογήσει. Το ξέσπασμα του αφηγητή στις τελευταίες γραμμές του διηγήματος αποδεικνύει ότι δύσκολα θα συγχωρήσει τη μητέρα του για την επίδραση που άσκησε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.
         Την τεχνική της διπλής οπτικής γωνίας (αφηγητής-παιδί / αφηγητής -ενήλικας) συναντάμε σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη («Όνειρο στο κύμα») και του Βιζυηνού («Το μόνον της ζωής του ταξείδιον») ή στο μυθιστόρημα Eroica του Κ. Πολίτη. Η απότομη μετάβαση στη β΄ ενότητα του διηγήματος δημιουργεί ένα αφηγηματικό κενό, γιατί από την παιδική ηλικία του αφηγητή περνάμε αυτόματα στην ενήλικη ζωή του, χωρίς να ξέρουμε τι μεσολάβησε στα τριάντα αυτά χρόνια. Το πιο πιθανό είναι ότι η υπόλοιπη παιδική ηλικία του ήρωα-αφηγητή πέρασε στην ίδια οικογενειακή ατμόσφαιρα. Ωστόσο, ο αφηγητής δεν αποκαλύπτει τίποτε για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, γιατί προφανώς θεωρεί ότι η αποκλίνουσα συμπεριφορά του ως ενήλικα οφείλεται στα βιώματα της παιδικής ηλικίας.

 Ο χρόνος και ο χώρος
       Η αφήγηση κινείται σε δύο χρονικές βαθμίδες , στο παρελθόν (αναδρομή στα στιγμιότυπα της παιδικής ηλικίας ) και στο παρόν (όσα λέει ο αφηγητής ως ενήλικας), που λειτουργούν αντιθετικά , αλλά στην πραγματικότητα συνδέονται νοηματικά, γιατί το τότε εξακολουθεί να επηρεάζει το τώρα. Τα γεγονότα του παρελθόντος , στο α΄ μέρος, που διατυπώνονται περιληπτικά , σε χρόνο παρατατικό, δε δίνονται με συγκεκριμένη χρονική σειρά, γιατί θέλει να τονίσει τη σημασία της επανάληψής τους (θαμιστική αφήγηση) για τον ψυχισμό του και όχι τη σειρά των περιστατικών.
         Στο παρόν της αφήγησης , στο β΄ μέρος, ο χρόνος αλλάζει από παρατατικό σε ενεστώτα. Ο χρονικός προσδιορισμός , «τριάντα χρόνια από τότε», δηλώνει τη χρονική απόσταση από τα γεγονότα και δικαιολογεί την απόπειρα αποτίμησης των γεγονότων αυτών. Εκτός από το χρόνο της αφήγησης, επιμέρους ενδείξεις δηλώνουν και τον πραγματικό , ιστορικό χρόνο. Τα παιγνίδια των παιδιών, οι δεκάρες , το γραμμόφωνο, η λάμπα πετρελαίου μας παραπέμπουν σε αστική συνοικία της Θεσσαλονίκης(αναφορά στην Έκθεση, στην περιοχή της Τούμπας, αλλά και στην αγορά του Μοδιάνου), πιθανότατα τα χρόνια του Μεσοπολέμου.
Πρόσωπα και χαρακτήρες
        Η μητέρα υφίσταται τις συνέπειες από τη διάλυση της οικογένειάς της, αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια της και να αναθρέψει μόνη το παιδί της. Λόγω των δυσκολιών που συναντά, εμφανίζεται δύσθυμη, απότομη, αντιφατική, σχεδόν υστερική και νευρωτική, γεμάτη από πικρία και αρνητική φόρτιση που εισπράττει το παιδί. Πρόκειται για μια έντονη προσωπικότητα, που εκφράζει με απίστευτη ευκολία τόσο τα μητρικά της αισθήματα και την παιδική της πλευρά, όσο και τις απειλές και τις κατάρες που πληγώνουν ανεπανόρθωτα την παιδική ψυχή και λειτουργούν ως απωθημένο.
         Ο αφηγητής ως παιδί και ως ενήλικας επηρεάζεται από τη συμπεριφορά της μητέρας, αλλά αδυνατεί να εξηγήσει τη σωματική ή λεκτική βία. Ως παιδί, την αγαπά και τη θαυμάζει, αγωνίζεται να της κεντρίσει την προσοχή και την υπακούει. Ως ενήλικας, την καταλαβαίνει , αλλά είναι πολύ πικραμένος , για να συγχωρήσει την υπερβολική αυστηρότητά της και την αρνητική επιρροή της στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.
        Στο φόντο του διηγήματος βρίσκονται κάποια πρόσωπα (η κυρα-Ρωξάνη, η κυρα-Χρυσή, ο κυρ Πρόδρομος) , που αποτελούν το μικρόκοσμο της αστικής γειτονιάς, χωρίς να παίζουν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.
Πλάγιος και ευθύς λόγος  
       Οι σκέψεις του ήρωα, που κυριαρχούν στην αφήγηση , παρουσιάζονται σε πλάγιο λόγο, ενώ όταν αναφέρεται στη μητέρα χρησιμοποιεί τον ευθύ, για να αποκαλυφθεί ο χαρακτήρας και το ήθος της. Ακόμα, παρατίθεται ένας ιδιότυπος και φορτισμένος διάλογος ανάμεσα στη μητέρα και στο αδύναμο παιδί, όταν, για να γλιτώσει από τα χέρια και τις απειλές της, της υπόσχεται ότι θα γίνει πραγματικός άντρας.
Γλώσσα –ύφος
        Η γλώσσα είναι απλή, ρέουσα και φυσική, αντίστοιχη της ρεαλιστικής αφήγησης. Στην πρώτη ενότητα κυριαρχούν οι μεγάλοι παράγραφοι, η παρατακτική σύνδεση των προτάσεων, σα να αφηγείται συνειρμικά τις αναμνήσεις του. Η πρόταξη της απειλής στην αρχή του διηγήματος σε ευθύ λόγο και το λεκτικό παιγνίδι γύρω από αυτή κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και δείχνει τον καταλυτικό ρόλο της στο διήγημα.
         Η τραγική υπερβολή με την οποία αντιμετωπίζει τους φόβους του για την αντίδραση της μητέρας του στην αργοπορία του, σα να επρόκειτο για το πιο συγκλονιστικό γεγονός του κόσμου, δημιουργεί μια κωμική εντύπωση, που ενισχύουν οι παρομοιώσεις («σαν το πουλί πήγαινες και σαν πουλί γύριζες», «τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για κατάδικος»), οι εικόνες («γεμάτος έκσταση μπροστά σ’ αυτό το θαύμα»), οι μεταφορές («ποιος ζεβζεβούλης σ’ είχε βάλει»). Με εικόνες δίνεται, επίσης, η αντιφατική και κυκλοθυμική συμπεριφορά της μητέρας , που παρουσιάζουν πότε την εύθυμη και πότε την άσχημη πλευρά της. Στο τέλος του διηγήματος, το ύφος του αφηγητή γίνεται εξομολογητικό, καθώς ο αφηγητής ανοίγει ένα διάλογο με το παρελθόν και τις αναμνήσεις του.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Κώστας Ταχτσής «Τα ρέστα»

  (Από το διαδικτυακό τόπο http://latistor.blogspot.gr/2013/01/blog-post.html)
Το διήγημα «Τα ρέστα», αντλημένο από την ομώνυμη συλλογή, είναι ένα από τα αυτοβιογραφικά κείμενα του συγγραφέα, στο οποίο γίνεται εμφανής η προσπάθειά του να βρει μια ισορροπία με τους δαίμονες του παρελθόντος.
Βασισμένο στις αναμνήσεις του συγγραφέα από τα πρώτα παιδικά του χρόνια που τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη κοντά στη μητέρα του -στα επτά του χρόνια θα μεταβεί στην Αθήνα και θα μείνει με τη γιαγιά του-, το διήγημα αποτελεί μια επίπονη για το συγγραφέα επιστροφή στο κλίμα αβεβαιότητας που χαρακτήριζε τη συμβίωση με τη μητέρα του.
- «Έφτυσα! Αλίμονό σου αν χαζέψεις πάλι στο δρόμο!»
Δεν έφτυνε ποτέ στ’ αλήθεια, μόνο με λόγια, μα το νόημα της απειλής ήταν καθαρό: Έπρεπε νάχεις γυρίσει πίσω πριν στεγνώσει το σάλιο.
Το πόσο γρήγορα στεγνώνει το σάλιο το καθόριζε εκείνη σύμφωνα με τις περιστάσεις, σύμφωνα με το κέφι της.
Ο συγγραφέας επιλέγει να ξεκινήσει το διήγημά του με μιαν απειλή της μητέρας, με μιαν απειλή που του προκαλούσε τρόμο, καθώς συχνά λάμβανε την πραγμάτωσή της με τη μορφή ξυλοδαρμού. Η επιλογή αυτής της εισαγωγής καθιστά σαφές εξαρχής το κλίμα φόβου μέσα στο οποίο πέρασε τα πρώτα του χρόνια, αλλά και την πρόθεσή του να μιλήσει κατά κύριο λόγο για τη μητέρα του.
Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει περίσσια αγάπη, το παιδί συναντά βιαιότητα και υπέρμετρη αυστηρότητα, η οποία μάλιστα δε βασιζόταν σε κάποιους ορισμένους κανόνες. Η μητέρα, ανάλογα με τη διάθεσή της, αποφάσιζε αν θα το χτυπήσει ή όχι, με αποτέλεσμα το μικρό παιδί να μην είναι ποτέ σίγουρο για το τι πρέπει να κάνει.
«Άλλοτε, γύριζες απ’ το θέλημα που σ’ είχε στείλει να της κάνεις και, στ’ αντίκρισμα του σπιτιού απ’ τη γωνιά του δρόμου, σ’ έπιανε τρεμούλα, κάτι έσπαγε μέσα σου, λυνόντουσαν τα γόνατά σου, αντί να πάν’ μπροστά, τα πόδια σου πήγαιναν πλάγια, πίσω, μπροστά, πλάγια, πίσω...» 
Η αυστηρότητα της μητέρας, αποτέλεσμα βέβαια της εχθρότητας που αισθανόταν για τον πατέρα του παιδιού της, τον οποίο είχε χωρίσει, προκαλεί έντονο αίσθημα φόβου στο μικρό παιδί και υπονομεύει εν τέλει την ποιότητα των συναισθημάτων του για εκείνη. Με πολύ εκφραστικότητα ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τον πρώιμο ψυχικό τραυματισμό του από την αυταρχική μητέρα που στέκει αδιάφορη απέναντι στις αυξημένες ανάγκες ενός παιδιού που έχει στερηθεί τη διαρκή πατρική παρουσία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφηγηματική προσέγγιση, μιας κι ο συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί τα γεγονότα εκείνων των χρόνων σε β΄ πρόσωπο η επιλογή αυτή που κανονικά θα δημιουργούσε την εντύπωση πως μιλά σε κάποιον άλλον, επί της ουσίας δίνει με μεγαλύτερη ενάργεια την τρυφερότητα και τη συμπάθεια με την οποία ο ενήλικας συγγραφέας αντικρίζει τον παιδικό του εαυτό. Έχοντας πλήρη εποπτεία τη συναισθηματικής του διαδρομής, ο ενήλικας συγγραφέας αντικρίζει σχεδόν αποστασιοποιημένος τα βιώματα εκείνης της περιόδου, αλλά δεν μπορεί παρά να αισθανθεί συμπόνια για το τρομαγμένο παιδί που ήταν κάποτε.
«Έμπαινες στο σπίτι τρέμοντας σαν κατάδικος που πάει για εκτέλεση και, ξαφνικά, από την έκφραση του προσώπου της καταλάβαινες πως το σάλιο δεν είχε στεγνώσει ακόμα και το στήθος σου φούσκωνε μ’ ανακούφιση, και, γεμάτος αγάπη κι ευγνωμοσύνη, γεμάτος έκσταση μπροστά σ’ αυτό το θαύμα, την κοιτούσες, θάθελες να τρέξεις να τη φιλήσεις...»
Η μητέρα δεν αφήνει κανένα περιθώριο ηρεμίας στην ψυχή του μικρού παιδιού, το οποίο ζει πάντοτε υπό την απειλή μιας σκληρής τιμωρίας, χωρίς ποτέ να γνωρίζει στα σίγουρα αν έκανε ό,τι του ζήτησε όσο γρήγορα έπρεπε ή αν τυχόν έκανε κάτι που δεν έπρεπε. Κάθε μικρή του εμπειρία, κάθε του ξέχασμα στο δρόμο, συμβαίνει μέσα σ’ ένα επώδυνο κλίμα ανασφάλειας, εφόσον γυρίζοντας στο σπίτι δε γνωρίζει ποτέ σε ποια διάθεση θα βρίσκεται η μητέρα του. Έτσι, τις ελάχιστες φορές που εκείνη έχει κάπως καλύτερη διάθεση και δε θέλει να τον τιμωρήσει, το παιδί πλημμυρίζεται απ’ όλα εκείνα τα συναισθήματα αγάπης που αναγκάζεται διαρκώς να καταπιέζει μέσα του, γιατί εκείνη με τη συμπεριφορά της δεν του επιτρέπει να τα εκδηλώσει.
«Καμιά φορά μάλιστα -αλλά σπάνια- όταν ήταν στα κέφια της, όταν είχε έρθει αποβραδίς ο κύριος που της είχε αγοράσει το μικροσκοπικό γραμμόφωνο από την Έκθεση, ή ο κύριος πούφερνε πάντα τα μύδια και το κόκκινο χαβιάρι, τότε ξεχνούσε ακόμα και να φτύσει, κι όταν γύριζες από το φούρνο αγκομαχώντας από το βάρος της φραντζόλας που σούχε πέσει τρεις φορές στο δρόμο, όχι μόνο δε σε μάλωνε, μα σ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της και σούλεγε: -“Αχ, να χαρώ εγώ παιδί, που μεγάλωσε και μου κάνει δουλειές, τ’ αγοράκι μου το καλό, που όταν γεράσω, θα με παίρνει απ’ τον ίσκιο και θα με βάζει στον ήλιο!”, και γελούσε με την καρδιά της.
Τι ωραία που ήταν η ζωή τέτοιες μέρες!»
Οι σπάνιες φορές (το επίρρημα τίθεται σε παύλες ώστε να τονιστεί) που η μητέρα είχε καλή διάθεση, κι αυτό γιατί είχε έρθει το βράδυ στο σπίτι κάποιος από τους εραστές της, τότε η ατμόσφαιρα στο σπίτι άλλαζε δραματικά προς το καλύτερο, προσφέροντας στο μικρό παιδί την ευτυχία εκείνη που θα έπρεπε να αποτελεί τον κανόνα κι όχι την εξαίρεση.
Οι νυχτερινοί επισκέπτες με τα δώρα τους προς τη μητέρα αποτελούν ένα ακόμη δείγμα για την πλήρη αδιαφορία της μητέρας απέναντι στο μικρό παιδί της. Μη έχοντας μια σταθερή σχέση ή έστω τη διακριτικότητα να μη φέρνει διάφορους άντρες μέσα στο σπίτι, η μητέρα δεν μπόρεσε να διασφαλίσει την παρουσία ενός σταθερού πατρικού προτύπου για το μικρό αγόρι.
Η μικρή ηλικία, μάλιστα, του παιδιού τονίζεται από την αδυναμία του να αντέξει το βάρος μιας φραντζόλας, υποδεικνύοντας έτσι πως την περίοδο που η μητέρα του τού φερόταν με τόση αυστηρότητα εκείνο ήταν ακόμη τόσο μικρό, που όχι μόνο δε μπορούσε να κατανοήσει την αιτία της άσχημης συμπεριφοράς της, αλλά δεν είχε και τρόπο να αποφύγει το βαθύ ψυχολογικό του τραυματισμό.
Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα σημαντικό μέρος του διηγήματος στην περιγραφή εκείνων των ελάχιστων ημερών που η μητέρα του είχε τα κέφια της και του προσέφερε την αγάπη που τόσο είχε ανάγκη. Ο ενθουσιασμός του μικρού παιδιού, όταν έβλεπε πως η μητέρα του δεν είχε νεύρα και δεν είχε πρόθεση να τον δείρει, ήταν αναμενόμενα μεγάλος. Το παιδί είχε τότε την ευκαιρία να πάρει μια γεύση από το πώς θα μπορούσε να είναι η ζωή του, αν η μητέρα του δεν ήταν τόσο αυστηρή και τόσο βίαιη μαζί του. Κρατά, λοιπόν, ως πολύτιμο απόκτημα τις μνήμες από εκείνες τις μέρες χαρές, κυρίως γιατί αυτές αποτελούσαν την εξαίρεση σ’ έναν εν γένει άσχημο κανόνα. 
«Μα ήταν κι άλλες μέρες, όλες χειμωνιάτικες, όλες γεμάτες σύννεφα, που είχε τα μπουρίνια της, που κάπνιζε συνεχώς σα φουγάρο, κι έτρωγε τα νύχια της, και τέτοιες μέρες, όχι μόνο δεν έπρεπε να χαζέψεις στο δρόμο, μα ούτε στο σπίτι να παίξεις με τα χρυσά απ’ τα τσιγάρα, ούτε να μιλήσεις.»
Η ζωή του αφηγητή διακρίνεται σε μέρες που στέκει με αμφιβολία απέναντι στη μητέρα του μη μπορώντας να διακρίνει τις διαθέσεις της και κατά πόσο σκόπευε να τον δείρει ή όχι στις ελάχιστες μέρες που εκείνη ήταν ευδιάθετη και σ’ εκείνες τις μαύρες μέρες που δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για τις διαθέσεις της, στις μέρες δηλαδή που ήταν τόσο εμφανής η οργή της, ώστε το μικρό παιδί γνώριζε πως ό,τι κι αν έκανε εκείνη θα ξεσπούσε πάνω του τη μανία της.
«Τέτοιες μέρες το καλύτερο ήταν να μη σε στείλει έξω για θέλημα, γιατί ήξερες πως, όσο γρήγορα κι αν γύριζες πίσω, το σάλιο είχε κιόλας στεγνώσει, κι αν δεν είχε στεγνώσει το σάλιο, είχες ξεχάσει να πάρεις αλάτι...»
Τις μέρες εκείνες το παιδί ευχόταν να μην το στείλει σε κάποιο θέλημα γιατί γνώριζε πως ό,τι κι αν έκανε εκείνη θα έβρισκε μια αφορμή να το δείρει και να το τιμωρήσει. Το κλίμα αυτό του απόλυτου φόβου, που καθηλώνει το παιδί και το αποτρέπει ακόμη κι από το πιο διακριτικό και αθόρυβο παιχνίδι, συνιστά μια δυσβάσταχτη άσκηση ψυχολογικής βίας, που αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ψυχή του. Το μικρό παιδί δέχεται συνδυαστικά τη σωματική και την ψυχολογική βία, ωθώντας το να βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση επιφυλακής, μήπως και προκαλέσει την οργή της μητέρας του το θέτει επίσης σε μια εναγώνια αναμονή για το πότε και με ποιο τρόπο θα ξεσπάσει ο θυμός της, που του αφαιρεί κάθε αίσθηση ανεμελιάς και ηρεμίας, στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη ζωή κάθε παιδιού.
«... ή σ’ έβλεπαν να κρατάς κάτι σφιχτά μέσα στη φούχτα σου, και σούλεγαν: - “Έλα να παλέψουμε και θα σ’ αφήσω να με νικήσεις”, και σούκλεβαν τα ρέστα χωρίς να πάρεις είδηση, κι εκείνη, αντί να βγει και να δείρει τα παιδιά, έδερν’ εσένα.
«Ήμαρτον μανούλα μου», φώναζες μέσα απ’ τους λυγμούς σου, «ήμαρτον», δεν θα το ξανακάνω!», και προσπαθούσες να κρυφτείς πίσω απ’ τη φούστα της, μα όσο της ξέφευγες, κι όσο περισσότερο έκλαιγες, τόσο περισσότερο σκύλιαζε, δεν της άρεσε να κλαις, ούτε να παρακαλάς, εννοούσε να δέχεσαι την τιμωρία σαν άντρας. – «Ή θα γίνεις άντρας και θα μάθεις να μην κλαις», σούλεγε αφρίζοντας και χτυπώντας όπου έβρισκε, «ή θα σε σκοτώσω από τώρα μια και καλή, να σε κλάψω και να σε ξεχάσω, άναντρους σαν τον προκομμένο τον πατέρα σου δε χρειάζεται άλλους η κοινωνία – πες μου, θα γίνεις άντρας;»
Τα ρέστα που έκλεψαν απ’ το μικρό αφηγητή κάποια παιδιά, λαμβάνουν τελικά τόσο κεντρική θέση στις αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία, ώστε γίνονται ο τίτλος του διηγήματος. Το περιστατικό αυτής της μικροκλοπής γίνεται αφορμή για ένα από τα πιο βίαια ξεσπάσματα της μητέρας, η οποία όχι μόνο χτυπά με βία το μικρό παιδί, αλλά έχει την απαίτηση να δεχτεί την τιμωρία του χωρίς κλάματα και χωρίς αντίσταση, όπως θα έπρεπε να κάνει ένας άντρας κι όλα αυτά τα απαιτεί από ένα παιδί 5-7 ετών.   
Το ακραίο ξέσπασμα της μητέρας για την κλοπή ενός ασήμαντου ποσού, φανερώνει με επώδυνο για το παιδί τρόπο πως η οργή που έχει μέσα της απευθύνεται στον «άναντρο» άντρα της, που δεν κατόρθωσε να διασώσει τη σχέση τους και προτίμησε να φύγει από το σπίτι. Η μητέρα εκδηλώνει όλο της το μένος στο μικρό παιδί ζητώντας του επίμονα να γίνει άντρας και να μη μοιάσει στον πατέρα του. Η εμμονή της αυτή που εκφράζεται με τρόπο που πληγώνει και στιγματίζει το μικρό παιδί θα λάβει στο μέλλον μιαν παράδοξη απάντηση από το ενήλικο πια παιδί της, το οποίο όχι μόνο δε θα γίνει άντρας -με την παραδοσιακή έννοια του όρου, μιας κι ο συγγραφέας υπήρξε ομοφυλόφιλος- αλλά θα υιοθετήσει και μια θηλυκή περσόνα, προσφέροντας μάλιστα τον έρωτά του σε άντρες επί πληρωμή.
Η μελλοντική εξέλιξη του συγγραφέα, που δεν μπορεί παρά να έχει μια συσχέτιση με τα παιδικά αυτά βιώματα, είναι η εκδίκησή του προς τη δεσποτική του μητέρα που δε θέλησε ποτέ να του προσφέρει την άνευ όρων αγάπη της. Η διαρκής απαίτησή της να μη γίνει σαν τον πατέρα του, δικαιώθηκε πάντως, αλλά με τρόπο που προφανώς δεν πληρούσε τις προσδοκίες της.
«Αχ, βρε μάνα! Έχουν περάσει – πόσα; Τριάντα χρόνια από τότε, κι ακόμα δεν έμαθα το μάθημά μου. Ακόμα δεν έγινα άντρας, ακόμα χαζεύω στο δρόμο κοιτάζοντας τα παιδιά, ακόμα μου κλέβουν οι αλήτες τα ρέστα. Κι αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμωρία σου. Και δική μου τιμωρία – που δεν κατάλαβα, όσο ήταν καιρός, τι υπέφερες τότε, και θέλησα να σ’ εκδικηθώ. Μα που να πάρει ο διάβολος, έπρεπε να τα βάζεις μαζί μου για να ξεσπάς;»
Στο κλείσιμο του διηγήματος ο συγγραφέας, επανερχόμενος στο παρόν της αφηγηματικής πράξης και στην αμιγώς ενήλικη υπόστασή του, προχωρά σε μια απολογιστική αυτοκριτική και αναγνωρίζει πως εν τέλει ποτέ του δε δικαίωσε τις προσδοκίες της μητέρας του. Η δήλωσή του πως ακόμα δεν έγινε άντρας λειτουργεί ως μια έμμεση υποδήλωση της ομοφυλοφιλίας του. Σε ό,τι επέμενε περισσότερο η μητέρα του, στην επιθυμία της να τον δει να γίνεται άντρας -στη δική της βέβαια σκέψη ένας άντρας καλύτερος και πιο έντιμος από τον πατέρα του- ο συγγραφέας προτάσσει την ομοφυλοφιλία του -έστω κι αν αυτή δεν υπήρξε αναγκαία μια δική του επιλογή- ως τη διάψευση μέσω της οποίας τιμωρεί την μητέρα του, αλλά κι εν τέλει το δικό του εαυτό. Η δική του τιμωρία συνίσταται στο γεγονός πως δεν είχε καταλάβει εγκαίρως τα πραγματικά συναισθήματα της μητέρας του, κάτι που θα τον είχε απαλλάξει από την ανάγκη να την εκδικηθεί. Δεν είχε καταλάβει δηλαδή την πικρία που βίωνε, την απογοήτευσή της από την τροπή που είχε πάρει η ζωή της και άρα το γεγονός πως η οργή που έβγαζε στο παιδί της δεν ήταν παρά μια βίαιη έκφραση του θυμού που είχε για τον άντρα της. Το παιδί στάθηκε το εξιλαστήριο θύμα ενός αποτυχημένου γάμου, στάθηκε ο αθώος αποδέκτης ενός θυμού που δεν ήταν ποτέ πραγματικά προορισμένος προς αυτό.
Με μια αλλαγή οπτικής ο συγγραφέας αναγνωρίζει πως κι η μητέρα του περνούσε μια δύσκολη περίοδο στη ζωή της και, ως ένα βαθμό, κατανοεί και δικαιολογεί τη συμπεριφορά της. Βέβαια, η δικαιολόγηση αυτή δε φτάνει στο σημείο της πλήρους αθώωσης, καθώς η μητέρα όφειλε να θέσει τη συναισθηματική ισορροπία του παιδιού της πάνω απ’ τη δική της απογοήτευση. Η συμπεριφορά της υπήρξε σαφές δείγμα ανωριμότητας και αδυναμίας να αντιληφθεί το πόσο σημαντικός ήταν ο αντίκτυπος των πράξεών της στην ψυχή του παιδιού της.
Η μητέρα του συγγραφέα λειτουργεί εδώ ως παράδειγμα προς αποφυγή, ως σήμα κινδύνου, προς όλους εκείνους τους ανθρώπους που αποκτούν παιδιά, χωρίς να έχουν πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας του ρόλου που αναλαμβάνουν. Αν ο γονιός είναι εκείνος που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την προσωπικότητα και το είναι ενός ανθρώπου, τότε η μητέρα του διηγήματος φύτεψε στην ψυχή του παιδιού το φόβο, την ανασφάλεια, την απόρριψη και το «μίσος» προς το πρόσωπο που θα έπρεπε να συμβολίζει την αγάπη, την αποδοχή και την ασφάλεια, προς τον ίδιο της τον εαυτό.
Ερωτήσεις σχολικού

1. Το διήγημα έχει μια «απατηλή απλότητα, που δεν είναι παρά δραστικότατη αφαίρεση», γράφει ο ίδιος ο Ταχτσής στον Νάνο Βαλαωρίτη. Μπορείτε να υποθέσετε ποια στοιχεία έχουν αφαιρεθεί ώστε η αφήγηση να γίνει δραστική;
Το διήγημα εστιάζει στη συμπεριφορά της μητέρας και στον αντίκτυπο που έχει αυτή η συμπεριφορά στην παιδική συνείδηση του αφηγητή. Ο αφηγητής, επομένως, αφαιρεί όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να απομακρύνουν την προσοχή του αναγνώστη από το πρόσωπο της μητέρας, έστω κι αν θα προσέφεραν κάποιες σημαντικές πληροφορίες για την εξέλιξη της ζωής του.
Υπό αυτή την έννοια στο συγκεκριμένο διήγημα απουσιάζει η μορφή του πατέρα, ο οποίος μνημονεύεται παρεμπιπτόντως από τη μητέρα ως ένα άκρως αρνητικό πρότυπο. Έτσι, ο πατέρας, αν και αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή του αφηγητή, παραμένει αφανής καθώς η δική του παρουσία θα υπονόμευε σημαντικά την προσπάθεια να αναδειχθεί η συμπεριφορά της μητέρας.
Επίσης, δεν υπάρχουν αναφορές στην πορεία που ακολούθησε η σχέση του συγγραφέα με τη μητέρα του, ιδίως μετά την ενηλικίωσή του και την αποκάλυψη του σεξουαλικού του προσανατολισμού. Το διήγημα παραμένει εστιασμένο στα πρώτα αυτά παιδικά χρόνια παρόλο που όταν γράφεται έχουν περάσει ήδη τριάντα χρόνια από εκείνη την περίοδο και άρα ο συγγραφέας θα μπορούσε να δώσει αρκετά στοιχεία για το πώς εξελίχθηκε η σχέση του με την κάποτε δεσποτική μητέρα του.
Με την αφαίρεση των όσων προηγήθηκαν, πώς και γιατί διαλύθηκε ο γάμος των γονιών του, του μέλλοντος, πώς εξελίχθηκε η σχέση γιου-μητέρας, αλλά και την αφαίρεση κάποιων σημαντικών προσώπων της οικογένειας, το διήγημα επικεντρώνεται στο μικρόκοσμο της μητέρας και του αφηγητή και δίνει βαρύτητα στα γεγονότα εκείνα που φανερώνουν την ψυχολογική κατάσταση και τα ακραία ξεσπάσματα της μητέρας.
2. Στο κείμενο κυριαρχεί η εικόνα της μητέρας. Ποια εντύπωση έχει αφήσει τελικά στην ψυχή του γιου, άντρα πλέον τώρα, η συμπεριφορά της; Ο αφηγητής τη δικαιώνει; Να τεκμηριώσετε την άποψή σας.
Ο συγγραφέας με την πάροδο αρκετών χρόνων από τα βιώματα εκείνης της περιόδου κατανοεί το λόγο για τον οποίο η μητέρα του είχε αυτή την αρνητική συμπεριφορά. Αντιλαμβάνεται τον πόνο που αισθανόταν για την αποτυχία του γάμου της και συνειδητοποιεί πως εκείνος ήταν ο ακούσιος αποδέκτης μιας οργής που είχε επί της ουσίας στόχο τον πατέρα του. Εντούτοις, παρά τη συνειδητοποίηση αυτή δε φτάνει στο σημείο να την απαλλάξει πλήρως από τις ευθύνες της για τον πόνο και τη δυστυχία που του προκάλεσε, όταν εκείνος βρισκόταν ακόμη σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη ηλικία.
Παρά τη διάθεσή του να προσεγγίσει και να κατανοήσει τους ιδιαίτερους λόγους που είχαν γεμίσει τη μητέρα του οργή και αδιαφορία, κρατά ακόμη στην ψυχή του το παράπονο για όλες εκείνες τις δυστυχισμένες μέρες που έζησε κοντά της. Άλλωστε, όταν ο συγγραφέας μπόρεσε να παραμερίσει τη δικαιολογημένη αγανάκτησή του και να δει τα πράγματα από την οπτική της μητέρας του, η στάση και η συμπεριφορά της είχαν ήδη ασκήσει καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.
3. Τα «ρέστα» είναι η αφόρμηση για τη νοσταλγία του αφηγητή. Ποια είναι εκείνα τα περιστατικά της ζωής, στα οποία επιμένει;
Η επιστροφή του συγγραφέα στις μνήμες του παρελθόντος εγκλωβίζεται στις σχέσεις του με την αυταρχική μητέρα του. Στην αναζήτηση των πολύτιμων παιδικών αναμνήσεων, που θα περίμενε κανείς πως θα ήταν γεμάτες αγάπη και γαλήνη, ο συγγραφέας βρίσκεται κατ’ ανάγκη αντιμέτωπος με το κλίμα ανασφάλειας, το φόβο, τη βιαιότητα και την απόρριψη που βίωνε κοντά στη μητέρα του. Έτσι, κοντά στις λίγες ευτυχισμένες ημέρες που είχε όταν η μητέρα του ήταν ευδιάθετη, το μεγαλύτερο διάστημα της παιδικής του ζωής κυλούσε σε μια επώδυνη κατάσταση φόβου, κι ως εκ τούτου το σημαντικότερο τμήμα του διηγήματος καλύπτεται από περιστατικά όπου η μητέρα του ξεσπούσε πάνω του την οργή και την απογοήτευσή της.
4. Πώς και που μεταβάλλεται η οπτική γωνία του αφηγητή;
Στο κλείσιμο του διηγήματος, οπότε ο συγγραφέας με μια αποστροφή προς τη μητέρα του της απευθύνει το λόγο, όχι ως παιδί πια αλλά ως ενήλικας, εμφανίζεται για πρώτη φορά να αντιλαμβάνεται το λόγο της συμπεριφοράς της μητέρας του. Έτσι, ενώ ως παιδί δεχόταν την οργή της, αισθανόμενος πως εν μέρει ήταν κι ο ίδιος υπεύθυνος για τα ξεσπάσματά της ή έστω χωρίς να κατανοεί από που πήγαζε όλη αυτή η οργή, τώρα δείχνει να κατανοεί και το δικό της πόνο και τη δική της απογοήτευση.
Όπως δηλώνει ο συγγραφέας κάποια από τα πράγματα που έκανε και αισθάνθηκε ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας του να καταλάβει εγκαίρως τους λόγους για τους οποίους η μητέρα του συμπεριφερόταν με τόσο άσχημο τρόπο. Ωστόσο, παρόλο που πλέον έχει μεγαλύτερη κατανόηση για τη στάση της, δε φτάνει στο σημείο να την απαλλάξει από τις ευθύνες που της αναλογούν.