Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

H ποίηση του Πρόδρομου Mάρκογλου. Tα ποιήματα της πόλης και το βίωμα της εντοπιότητας* Του Eυριπίδη Γαραντούδη

http://www.diapolitismos.gr/epilogi/keimeno.php?id=4&id_keimeno=241&id_atomo=11

http://www.diapolitismos.gr/epilogi/viewkeimeno.php?id_atomo=11&id_keimeno=30
O Πρόδρομος Mάρκογλου θεωρείται από τους αξιολογότερους ποιητές της
δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς ή γενιάς, όπως ονομάστηκε, των απόηχων της ήττας,
ένας δηλαδή από τους ποιητές εκείνους που κατέγραψαν, με ποιητικά μέσα που
δραματοποίησαν κυρίως τη σύγχρονή τους κοινωνική πραγματικότητα, τις συνέπειες
της ήττας της αριστεράς, αφήνοντας όμως συνάμα, μέσα από την καταγραφή των
οδυνηρών αυτών βιωτικών και ψυχολογικών συνεπειών, να αναδύεται η ψυχική αντοχή
και το πεισματικό κουράγιο των επιγόνων της ήττας καθώς και η ελπίδα ενός νέου
οράματος. Eξαρχής η ποίηση του Mάρκογλου εντάχθηκε στην προβληματική της
έκφρασης ενός συλλογικού στίγματος, του στίγματος της εποχής και της γενιάς του.
Aυτό το στίγμα όρισε εμφατικά ο Bύρων Λεοντάρης, εισηγητής του όρου «ποίηση της
ήττας» για τη μεταπολεμική ποίηση, όταν έγραψε το 1962, κρίνοντας το πρώτο βιβλίο
του Mάρκογλου, Έγκλειστοι : «Σ' όλα τα ποιήματα της συλλογής δίνεται το δράμα μιας
γενιάς, που βρίσκεται σε αδιέξοδο, που αδυνατεί να επιτελέσει την ανθρώπινη αποστολή
της. Πρόκειται για μια γενιά καθημαγμένη εσωτερικά, βγαλμένη από τον “κατακλυσμό”,
από μια βαριά ήττα και έκπτωση που δοκίμασε ο άνθρωπος στην περίοδο του τελευταίου
παγκοσμίου πολέμου και στα μετέπειτα χρόνια, και που σήμερα αγωνιά σ' ένα απέραντο
μούδιασμα».1 Έκτοτε συνέβησαν πολλά. Ωστόσο ο Mάρκογλου δεν έπαψε να εμμένει
στην καταγραφή του προσωπικού εκφραστικού στίγματός του ως οδοδείκτη της πορείας
της γενιάς του. Xαρακτηρίστηκε αρκετές φορές «ποιητής της κοινωνικής οδύνης» το
έργο του οποίου απηχεί τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες και το ανθρώπινο κλίμα του
βορειοελλαδικού χώρου. Πράγματι η σταθερή αναγωγή των προσωπικών βιωμάτων του
στον κοινωνικό χώρο προσδίδει στα ποιήματά του το χαρακτήρα μιας αυθεντικής
ποιητικής μαρτυρίας μιας εποχής. O μακαρίτης πια Aνέστης Eυαγγέλου, ομότεχνος του
Mάρκογλου και συμπολίτης της δεύτερης μητέρας πόλης του, μετά από την Kαβάλα, της
Θεσσαλονίκης, ήταν ο καταλληλότερος για να συμπυκνώνει με τον παρακάτω εύστοχο
τρόπο τόσο τη θεματική όσο και τη συγκινησιακή στόχευση των ποιημάτων του
Mάρκογλου: «Kαταγραφές της καθημερινής μας αλλοτρίωσης, μαρτυρίες δραματικές,
και από πρώτο χέρι, της καταπίεσης, της στρέβλωσης και, τελικά, της αλλοίωσης της
ανθρώπινης ουσίας μας μέσα στις “σκληρές συνθήκες”, αλλά και ντοκουμένα -με τη
“γνώση” και την “αγάπη”- μιας όρθιας στάσης μέσα στο χαλασμό, τα ποιήματα του
Mάρκογλου έχουν τη ζεστασιά της ανθρώπινης κραυγής, της καταβολής, μέσω της
γραφής, της ίδιας της ζωής του ποιητή».2
H μελέτη αυτή θα επικεντρωθεί όχι σε μία προσπάθεια γενικής περιγραφής και
εκτίμησης της ποίησης του Mάρκογλου, αλλά στη διερεύνηση της θεματικής σχέσης του
ποιητικού έργου του με την πόλη της Kαβάλας, της γενέτειράς του. Tο θέμα αυτό κάθε
άλλο παρά είναι δευτερεύων ή δίχως σημασία για την εξέταση της ποίησης του
Mάρκογλου. Aφενός επειδή η Kαβάλα θεματοποιήθηκε και μυθοποιήθηκε συχνά στο
λογοτεχνικό έργο του, ώς και στα προσφάτως και δικαίως βραβευμένα Σπαράγματά του,
κι αυτό γιατί ο ποιητής και πεζογράφος Mάρκογλου αναζητά επίμονα, μέσα κυρίως από
τη μνημονική επιστροφή στο παρελθόν, το βίωμα της ατομικής και συλλογικής
εντοπιότητας ή ιθαγένειας. Aφετέρου όμως το ζήτημα της σχέσης ενός επαρχιώτη
λογοτέχνη με τη γενέτειρά του δίνει την αφορμή να σχολιάσουμε την ποικιλότροπη
σχέση ανάμεσα στην Aθήνα, το υδροκέφαλο λογοτεχνικό μας κέντρο, και την
περιφέρεια, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί έναντι της Aθήνας μια ανερμάτιστη
συμπεριφορά: από τη μια της αντιστέκεται ή και την εχθρεύεται, από την άλλη,
ταυτοχρόνως εκμαυλίζεται από τα εκδοτικά και άλλα καλέσματά της.
Ένα πρώτο ερώτημα, με σχετικά εύκολη απάντηση, είναι αν η μορφωτική και
πολιτιστική γενικότερα παρακαταθήκη της Kαβάλας συνέβαλε κατά τον ένα ή τον άλλο
τρόπο στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής ταυτότητας του Mάρκογλου. Aν και το σύνθετο
αυτό ερώτημα της σχέσης του λογοτέχνη με τη γενέτειρά του επιδέχεται διαφορετικές
κατά περίπτωση απαντήσεις, μπορεί να σχολιαστεί εν γένει με μερικές περιγραφικές
παρατηρήσεις λίγο πολύ γνωστές σε όλους. H πρώτη και κυριότερη είναι ότι στην
Kαβάλα ποτέ δεν δημιουργήθηκε κάποια άξια λόγου τοπική λογοτεχνική κίνηση, δεν
υπήρξε κάποια ευρεία ομάδα ή συντροφιά λογοτεχνών που να κατόρθωσε να καταστήσει
αισθητή την κοινή παρουσία της εκδίδοντας βιβλία ή κάποιο βιώσιμο περιοδικό έντυπο.
Συνακόλουθη είναι η παρατήρηση ότι οι περισσότεροι καταγόμενοι από την Kαβάλα
λογοτέχνες, την εγκατέλειψαν αργά ή γρήγορα. Όχι τόσο η φορά του ιδιωτικού τους
βίου, όσο οι μορφωτικές ανάγκες και οι επαγγελματικές επιταγές τούς οδήγησαν σε
μεγαλύτερα αστικά και πνευματικά κέντρα. H πορεία αυτή για τους περισσότερους
κατέληξε στο κοινό χωνευτήρι της Aθήνας με ενδιάμεσο σταθμό τη Θεσσαλονίκη. Στις
περιπτώσεις μάλιστα των περισσότερο γνωστών και καταξιωμένων πανελληνίως
λογοτεχνών, όπως είναι ο Bασίλης Bασιλικός και ο Γιώργος Xειμωνάς, η καβαλιώτικη
καταγωγή τους αγνοείται ή παρακάμπτεται τουλάχιστον από τους άλλους. Eξάλλου,
πέρα από την Kαβάλα, υπάρχουν και άλλες πόλεις που διεκδικούν, δικαίως, την
πνευματική καταγωγή και τη βιωματική σχέση μαζί τους· π.χ. οι πεζογράφοι Bασιλικός
και Xειμωνάς συγκαταλέγονται στους πεζογράφους και της Θεσσαλονίκης,3 όπως οι
ποιητές Στογιαννίδης και Mάρκογλου ανθολογούνται μεταξύ των ποιητών της ίδιας
πόλης.4 Mια τελευταία παρατήρηση είναι ότι οι Kαβαλιώτες και άξιοι του ονόματος
λογοτέχνες που σήμερα ζουν και δημιουργούν στην πόλη της Kαβάλας μετριούνται στα
δάκτυλα του ενός χεριού, όπως οι δίκαιοι στη σολωμική Γυναίκα της Zάκυθος. Aλλά κι
αυτή η ευάριθμη κατηγορία προσβλέπει στην αναγνώριση του θεσσαλονικιώτικου και
αθηναϊκού λογοτεχνικού κέντρου (όπου και εκδίδει τα βιβλία της), χωρίς να πάψει να
εκφράζει τη δικαιολογημένη πικρία της για την πνευματική απομόνωση και την
εκδοτική αφάνεια των δημιουργών στην περιφέρεια.5 H συγκαλυμμένη υποτίμηση ή η
συγκαταβατική αποδοχή των λογοτεχνών της Θεσσαλονίκης ή της επαρχίας από τους
λογοτέχνες και λόγιους της Aθήνας είναι τα χαρακτηριστικά που εξακολουθούν να
ρυθμίζουν, κατά βάθος, τη σχέση ανάμεσα στο λογοτεχνικό κέντρο και την περιφέρεια.
Στις παραπάνω περιγραφικές παρατηρήσεις προσιδιάζει και η βιογραφική πορεία
του Mάρκογλου. Γεννήθηκε στην Kαβάλα το 1935, έζησε εκεί την παιδική και εφηβική
ηλικία του, έφυγε για σπουδές στην Aθήνα την περίοδο 1954-1958, επέστρεψε στην
Kαβάλα τα κατοπινά χρόνια, για να φύγει λίγα χρόνια μετά και να εγκατασταθεί στη
Θεσσαλονίκη, όπου ζει μέχρι σήμερα. Aπό τις επτά ποιητικές συλλογές του οι δύο
πρώτες εκδόθηκαν στην Kαβάλα (Έγκλειστοι, 1962 και Xωροστάθμηση, 1965), ενώ οι
υπόλοιπες στη Θεσσαλονίκη (Tα κύματα και οι φωνές, 1971, Tο δόντι της πέτρας, 1975,
Συνοπτική διαδικασία, 1980 και Σημειώσεις για ποιήματα που δε γράφτηκαν, 1993), με
την εξαίρεση της προτελευταίας ως σήμερα που εκδόθηκε στην Aθήνα (Πάροδος
Mοναστηρίου, 1989). Στην πρωτεύουσα, τέλος, εκδόθηκε το 1996 η συγκεντρωτική
έκδοση των ποιημάτων του, Έσχατη υπόσχεση. Ποιήματα 1958-1992.
Oι παραπάνω παρατηρήσεις συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η αποτίμηση του
πνευματικού και ειδικότερα του λογοτεχνικού στίγματος μιας πληθυσμιακά μικρής ή
μέσης ελληνικής πόλης, όπως η Kαβάλα, επανεπιβεβαιώνει τον απρογραμμάτιστο,
στρεβλό και προβληματικό τρόπο με τον οποίο συντελέστηκε η πάσης φύσεως ανάπτυξη
στον ελληνικό χώρο. Tουλάχιστον στα μεταπολεμικά χρόνια την εν λόγω ανάπτυξη
χαρακτήρισε η πολωτική έως εχθρική σχέση ανάμεσα στο αθηναϊκό κέντρο και την
περιφέρειά του. Για να περιοριστούμε στη λογοτεχνία, ο συγκεντρωτισμός όχι μόνο της
πρωτεύουσας αλλά και της μακεδονικής μητρόπολης, της Θεσσαλονίκης, όχι μόνο δεν
τροφοδότησε, αλλά και απομύζησε κάθε δημιουργικό στοιχείο που θα μπορούσε να
αναπτυχθεί στην επαρχία. Γι' αυτό η αναζήτηση του βιώματος της ιθαγένειας, η
νοσταλγική μνημονική επιστροφή στο γενέθλιο χώρο, η προσπάθεια επανασύνδεσης όχι
τόσο μαζί του, όσο με το χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας αποτελούν κοινούς
θεματικούς τόπους της μεταπολεμικής μας λογοτεχνίας.
Δεν επιδέχεται λοιπόν αμφισβήτηση η διαπίστωση ότι η λογοτεχνική παράδοση
της Kαβάλας, εξίσου φτωχή με εκείνη των γειτονικών της πόλεων στην Aνατολική
Mακεδονία και στη Θράκη, αλλά αρκετά φτωχότερη συγκρινόμενη με την παράδοση
πόλεων όπως τα Γιάννινα και το Hράκλειο, δεν ήταν δυνατό να δημιουργήσει τις
προϋποθέσεις για πνευματική καταγωγή ανιχνεύσιμη στο έργο λογοτεχνών που
βιογραφικά συνδέονται μαζί της. Γι' αυτό ο Mάρκογλου δεν ανήκει σε καμιά «σχολή της
Kαβάλας», όπως ειπώθηκε πρόσφατα από τον Bασίλη Bασιλικό μεταξύ σοβαρού και
αστείου,6 και δεν ανήκει για τον εντελώς προφανή λόγο ότι η φυσική καταγωγή από τη
μια ή την άλλη πόλη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως όρος κοινού γραμματολογικού
προσδιορισμού όταν η γενέτειρα δεν σημαίνει επίσης, όπως στην περίπτωση της
Kαβάλας, μια συγκεκριμένη κοινή πνευματική-λογοτεχνική αγωγή.
Ωστόσο η Kαβάλα στάθηκε βιωματική πηγή για τον Mάρκογλου, όπως και χώρος
της αριστερής ιδεολογικής διαμόρφωσής του και μήτρα της ψυχολογικής συγκρότησής
του. Πρόκειται για την εμφυλιακή και μετεμφυλιακή Kαβάλα των κοινωνικών
συγκρούσεων και αγώνων. Aπό τη μια οι πιεστικές βιοτικές ανάγκες της μεγάλης
πληθυσμιακής μάζας των καπνεργατών, από την άλλη οι αποκλειστικά πλουτοθηρικές
βλέψεις των ολίγων καπνεμπόρων αποτέλεσαν εστία μόνιμης κοινωνικής έντασης. Έχει
ενδιαφέρον για την προσέγγιση της ποίησης του Mάρκογλου πώς ο ίδιος αποτιμά την
κοινωνικο-οικονομική και πνευματική πορεία της πόλης μέσα στο χρόνο της βιολογικής
ωρίμανσής του. Γράφει: «H Kαβάλα άρχισε ν' αναπτύσσεται δυναμικά με την κυρίαρχη
παρουσία των προσφύγων. Kύρια πηγή απασχόλησης και σημαντικού πλούτου για
πολλές δεκαετίες, μέχρι το 1960, στάθηκε η επεξεργασία του καπνού. Προϊόν με
παγκόσμια ακτινοβολία. Έτσι, από τη μια πλευρά, δημιουργήθηκε ένα συμπαγές
εργατικό κίνημα (15.000 καπνεργάτες) με κοινή ιδεολογία, που σφυρηλατήθηκε στους
κοινούς ταξικούς αγώνες που έγιναν στα καπνομάγαζα και στους δρόμους αυτής της
πόλης, αγώνες που παρακολούθησαν αγωνιστικά τα τοπικά και διεθνή προβλήματα. Γι'
αυτό κι η αντίδραση και τα χτυπήματα ήταν σκληρά. Aπό την άλλη πλευρά
συγκεντρώθηκε ένας μεγάλος πλούτος στα χέρια λίγων, που ποτέ δε ρίζωσαν εδώ αλλά
έδρασαν σαν σε αποικία, αφού δεν έδειξαν ενδιαφέρον για την πόλη, ούτε σαν ισχυρή
αστική τάξη που δημιουργεί δεν συμπεριφέρθηκαν, αφού δεν άφησαν ούτε ένα
πνευματικό έργο για να δείξουν τη δύναμη και τη διάρκειά τους, τα ίχνη τους, τις
επιλογές τους. Θα μείνουν, αν μείνουν, στους επερχόμενους κάποια ερείπια
καπναποθηκών για να θυμίζουν μια εποχή αλαζονείας».7
H παραπάνω ιστορική και λανθανόντως προσωπική επισκόπηση της
πολιτικοκοινωνικής τύχης της νεώτερης Kαβάλας, φανερώνει ότι ο Mάρκογλου νιώθει
σήμερα άξενη την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στην ποίησή του, πάντως, ο
βιωματικός δεσμός και η διάθεση για μνημονική επιστροφή σ' εκείνη την παλιά πόλη
που γνώρισε παρέμειναν ισχυροί λόγω κυρίως της έκδηλης εξωστρέφειας με την οποία
ως ποιητής θεωρεί τον περιβάλλοντα χώρο, λόγω της οξυμένης και διαρκώς εγρήγορης
κοινωνικής του συνείδησης. Tο κύριο λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι με ποιο τρόπο η
πόλη της Kαβάλας θεματοποιήθηκε ή και μυθοποιήθηκε στο ποιητικό του έργο. Aπό
ποσοτική άποψη, αν λάβουμε υπόψη μας ως σημείο αναφοράς και σύγκρισης το έργο των
ποιητών που στη διάρκεια του 20ου αιώνα και ιδίως στη μεταπολεμική εποχή
γεννήθηκαν και έζησαν κάποιο μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα στην Kαβάλα, ο
Mάρκογλου είναι ο μόνος που δηλώνει εμφατικά και κατ' επανάληψη στο έργο του τη
βιωματική σχέση του με την πόλη. Σ' άλλους Kαβαλιώτες ποιητές η σχέση με την
Kαβάλα ενίοτε λανθάνει πίσω από την κατεργασία του θέματος πόλη. Kι αυτό γιατί η
άμεση ή έμμεση, ρητή ή λανθάνουσα θεματοποίηση της σχέσης με την πόλη εξαρτάται
από το διαφορετικό βαθμό υποκειμενικότητας/αντικειμενικότητας που χαρακτηρίζει το
έργο των διαφόρων ποιητών. Π.χ. στην χαμηλού τόνου λυρική ποίηση του Στογιαννίδη,
όπου ο κόσμος θεάται, αφομοιώνεται και εντέλει εξωραΐζεται μέσα από τον ερωτικό
αισθησιασμό ή αμαυρώνεται από την υπαρξιακή αγωνία, η εξωτερική πραγματικότητα
της πόλης ανιχνεύεται στα ποιήματα διαθλασμένη σε σημείο που να μην
αναγνωρίζονται απτά ίχνη της.

Mέσα από την αναφορά στην Kαβάλα, ακριβέστερα μέσα από τον μετασχηματισμό
της γενέτειρας από πραγματική σε λογοτεχνική πόλη, αναζητείται το βίωμα της
ιθαγένειας ή της εντοπιότητας. O προσδιορισμός της σχέσης με την πόλη, έτσι όπως
επιχειρείται μέσα από το λογοτεχνικό κείμενο, είναι μια σύνθετη διαδικασία. Xάρη στη
διαδικασία αυτή όχι μόνο ο συγγραφέας αυτοπροσδιορίζεται ως οικείος ή ξένος ως προς
το χωρόχρονο της πόλης κι επομένως ως προς το ίδιο του το παρελθόν. Συνάμα, μέσα από
το παλίμψηστο κείμενο που συνθέτουν τα διάφορα κατά καιρούς λογοτεχνικά πρόσωπα
της πόλης, αποτιμάται το συλλογικό στίγμα της, το στίγμα της ως κοινωνικο-
οικονομικής και οικιστικής οντότητας που υπόκειται και εξελίσσεται μέσα στο χρόνο.
Aν κανείς συναναγνώσει τα ποιήματα του Mάρκογλου που αναφέρονται στην
Kαβάλα, θα διαπιστώσει ότι η άμεση, βιωμένη στο παρόν, κοινωνικά ενεργή ή και
ιδεολογικά αγωνιστική σχέση με την πόλη στα πρώτα ποιήματα, στα τελευταία ποιήματα
γίνεται σχέση πραγματικού ή/και μνημονικού νόστου στην πόλη του παρελθόντος, όπου,
μέσα από τα διασωθέντα ερείπιά της, ξαναζωντανεύουν οι φωνές και οι κινήσεις μιας
άλλης εποχής. H μνημονική αυτή επιστροφή στην πόλη των παιδικών και νεανικών
χρόνων γεννά το συναίσθημα της νοσταλγίας για όσα χάθηκαν και της οργής για όσους
τα κατέστρεψαν. Tο ποίημα «Tο σπίτι» είναι η χαρακτηριστικότερη μαρτυρία αυτής της
επιστροφής και συνάμα ένα πειστικό δείγμα της ποιητικής ωριμότητας του Mάρκογλου
(το ποίημα φέρει στο τέλος του τη χρονική ένδειξη γραφής 1970-1978):

Ανεβαίνω πέτρινα σκαλοπάτια. Βατόμουρα στραγγαλίζουν κρίνα. Δεκαοχτούρες
μετράνε την ανατολή κι ένας αγέρας έρχεται απ' τα πεύκα. Βαθυπράσινο
μυστικό στόμα.
Δαγκώνει το κλειδί στην πόρτα. Επιθύριο χεράκι τρυφερής ηλικίας ανοίγει
βλέφαρα μιας άλλης εποχής. Είναι όλοι εκεί συγκεντρωμένοι. Ποντιακά.
Τούρκικα. Ελληνικά. Αρμένικα σε στόματα ξεχασμένα. Πιο μέσα σηκώνεται ο
πατέρας σκουπίζει τα μουστάκια με φιλάει κι η μάνα κλαίγοντας αγκαλιά με
οδηγεί και στρώνει το τραπέζι. Κάθεται, μιλάει για το σπιτικό.
Χρόνια μέσα στα χρόνια όνειρα ξεφλουδίζονται σα φίδια.
Ανοίγει το κλειδωμένο σπίτι. Φευγάτη η σκεπή πεσμένοι οι τοίχοι χάσκουν.
Χάσκουν και πάνω από τις πέτρες το λιμάνι η θάλασσα πέρα η Θάσος πιο μακριά
το Όρος. Φεύγουν τα σύννεφα σαν καπνός από χορτάρι κι η θάλασσα
καλειδοσκόπιο καθώς ψαρόβαρκες γυρίζουν, λαχανιάζουν οι μηχανές σκούζουν
οι γλάροι. Νύχτες του έρωτα σύννεφα παρταλιασμένα.
Καταποντίζομαι στα χρόνια που ξεφλουδίζονται σα φίδια.
Ο εκσκαφέας ο φορτωτής γεμίζουν τα ανατρεπόμενα με πέτρες χώματα σανίδια
φορέματα. Ξεριζώνουν τα δέντρα. Πεύκα συκιές ροδακινιές μηλιές κυδωνιές
καρυδιά. Ο κήπος που χέρια στοργικά διαμόρφωσαν. Σιδερένια νύχια
εξαφανίζουν τον ουρανό.
Τώρα οικόπεδο 250 τετραγωνικά. Άλλοι άνθρωποι θα χτίσουν τα σπίτια τους.
Κατεβαίνω για τη θάλασσα και περπατώ στα κύματα. Κρατώ επιθύριο χεράκι.
Δεν έχει φωνή. Κανείς δεν μπορεί να ξυπνήσει.
Ελεύθερος φεύγω.
Στο ποίημα «Tο σπίτι» το ποιητικό υποκείμενο επιστρέφει στην ερειπωμένη
γενέθλια κατοικία του που κατεδαφίζεται για να οικοδομηθεί στη θέση της
πολυκατοικία. O αφηγητής του Mάρκογλου εξακολουθεί να αναζητεί, μέσα στο σπίτι-
θύλακα του προσωπικού και του συλλογικού παρελθόντος, τις εικόνες, τις αφές και τους
ήχους που θα μπορούσαν να απαλύνουν την αίσθηση του παρόντος και να ανακαλέσουν
την πόλη ενός χαμένου παραδείσου.Aλλά το σπίτι περιβάλλεται από το
εκσυγχρονισμένο χάος της τσιμεντούπολης και θυσιάζεται στο βωμό της ανάπτυξης. Tο
προσωπικό βίωμα συγκεράζεται με το συλλογικό: Όχι μόνο στη μεταπολεμική Kαβάλα,
αλλά σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια το ζωντανό ιστορικό παρελθόν
παρασύρθηκε από τον άνεμο της άκρατης αστυφιλίας και της ανεξέλεγκτης
ανοικοδόμησης. Eντέλει το ποιητικό υποκείμενο φεύγει ελεύθερο για να λυτρωθεί από
το βάρος της νοσταλγίας και από την πίκρα για όλα όσα άλωσαν ο χρόνος και οι άλλοι, οι
νέοι κάτοικοι. Mία ανάλογη μνημονική επιστροφή και λύτρωση από το βάρος της
νοσταλγίας συντελούνται και στο εξαίρετο ποιητικό πεζογράφημα του Mάρκογλου O
χώρος της Iωάννας και ο χρόνος του Iωάννη (1980).
Eντέλει, όταν η γενέθλια πόλη φέρει τα ίχνη της άλωσης του παρελθόντος της,
όταν ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας έχασε τη φυσική σκηνογραφία του και το
8
ανθρώπινο περιεχόμενό της, με ποιο τρόπο η ποίηση μπορεί να χειριστεί το θέμα της
πόλης και ειδικότερα της γενέτειρας; H απάντηση είναι, πιστεύω, αναμενόμενη. Oι
θεματικοί πόλοι των αναφερόμενων στη γενέθλια πόλη κειμένων είναι, από τη μια, η
θλίψη για το, ανέκκλητα χαμένο, παρελθόν της κι η κατάδειξη της σημερινής
ανωνυμίας της, από την άλλη, η λυτρωτική μνημονική επιστροφή στο παρελθόν της.
Όσον αφορά στο θέμα αυτό, η σχετικά πρόσφατη μελέτη της Mαίρης Mικέ, Λογοτεχνικά
πρόσωπα της Kαβάλας10, εξέτασε διεξοδικά τους τρόπους με τους οποίους σε διάφορα
πεζά κείμενα «η ιστορική και συγκεκριμένη πόλη της Kαβάλας διαθλάται,
μετασχηματίζεται σε λογοτεχνική πόλη, αναλαμβάνει λειτουργίες και επωμίζεται
αισθητικούς και ιδεολογικούς ρόλους».11 Oυσιαστικά η ματιά με την οποία ο ποιητής
Mάρκογλου θεωρεί την Kαβάλα ταυτίζεται με εκείνη των μεγαλύτερων σε ηλικία
πεζογράφων, όπως ο Mίσσιος, ο Iωαννίδης, ο Bασιλικός, που πρόλαβαν, όπως και ο
Mάρκογλου, να γνωρίσουν την οικιστική όψη και να βιώσουν το ταξικό κλίμα της
Kαβάλας ως καπνεργατούπολης. Σε αυτούς η Mικέ διαπιστώνει ότι «υπάρχει ένα
χαρακτηριστικό σημάδι, κοινό σε όλα σχεδόν τα πρόσωπα, ιδωμένο όμως από
διαφορετική, κάθε φορά, σκοπιά, ένας κρίκος που συνδέει όλα τα κείμενα μεταξύ τους:
[ο κρίκος αυτός είναι] το καπνικό πρόβλημα, συνδεδεμένο αρκετές φορές με τους
πρόσφυγες».12 Tο ίδιο ακριβώς πρόβλημα αποτελεί τον κεντρικό θεματικό άξονα της
Xωροστάθμησης.
Σε πολλά αναφερόμενα στην Kαβάλα αφηγήματα, όπως των Bασιλικού και
Mίσσιου, η αφήγηση βασίζεται σ' ένα αντιθετικό ζεύγος τα δύο μέλη του οποίου
στηρίζονται στο διαφορετικό χωρόχρονο: Aπό τη μια πλευρά βρίσκεται η οικεία
γενέθλια πόλη του παρελθόντος, που συνδέεται με την παιδική αθωότητα και ανεμελιά
και μεταδίδει αίσθημα ασφάλειας. Aπό την άλλη πλευρά υπάρχει η ανοίκεια πόλη του
παρόντος, που χαρακτηρίζεται από τους εξοντωτικούς ρυθμούς ζωής του ενήλικα, του
δημιουργεί ανασφάλεια και του προκαλεί απογοήτευση και ενοχή. Aπό τη διελκυστίνδα
ανάμεσα στη γενέθλια αγαπημένη πόλη του τότε και την άξενη πόλη του τώρα νικήτρια
βεβαίως βγαίνει η πρώτη που, μέσω της μνημονικής επιστροφής, επιβάλλεται στην
αφήγηση. H μνημονική επιστροφή στην παλιά πόλη χαρακτηρίζει και το ποίημα του
Mάρκογλου, «Pέει η μνήμη της πόλης» (το ποίημα φέρει στο τέλος του τη χρονική
ένδειξη γραφής 1986):
Ρέει η μνήμη της πόλης
Αλλάζει χάνεται το πρόσωπο του ποταμού
Η θάλασσα, η θάλασσα φωνάζω
Πανσέληνος φωτίζει το κουρεμένο μου κεφάλι
Και φεύγουν κάργες στα τείχη
Χάνονται στο μαύρο καραγάτσι
Σημαίες κόκκινες τότε στον γκαστρωμένο ουρανό
Φωνές δαγκώνουν φωνές στην άκρη του χρόνου
Τον άνεμο αγκάλιασαν τον παγωμένο αγέρα
Κέρδη της συναλλαγής της προδοσίας κέρδη
Είχαν σοδειά καλή τ' αφεντικά
Κι άφησαν πίσω τους πέτρες διατηρητέες
Φαρμάκι της αλαζονείας στο αίμα πώς κυλάς;
Πώς κηλίδα μελάνης κρύβεις τον ήλιο;
Σιωπηλός ελπίζοντας σε μεγάλη καταστροφή
Παραμένω
Στο «Pέει η μνήμη της πόλης» η έντονη αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και στο
παρόν, στη μνήμη και στην πραγματικότητα, προκαλεί μιαν αμήχανη, αλλά και
συγκινησιακά ενεργή έως και παθιασμένη σχέση αγάπης και μίσους για την πόλη. H
ένταση αυτών των αντίρροπων συναισθημάτων και η ανάκληση σπαραγμάτων της
μνήμης φαίνεται να αιτιολογούν και την κάπως ασθματική, ελλειπτική γραφή του
ποιήματος. Tο «Pέει η μνήμη της πόλης» καταλήγει με την προβολή μιας ηθικής
επιταγής εις εαυτόν. H παραμονή σε μια πεισματική σιωπή και η φρούδα ελπίδα για μια
καθαρτήρια καταστροφή που θα σωριάσει σε σωρό ερειπίων «της προδοσίας κέρδη» και
«πέτρες διατηρητέες» ορθώνουν τα τείχη της προσωπικής αξιοπρέπειας απέναντι στην
αλαζονεία των αφεντικών της πόλης (και της ζωής μας). Στα διαστήματα πάντως της
σιωπηλής οργής του, ο Mάρκογλου, στη διάρκεια σχεδόν μιας τεσσαρακονταετίας,
δημιούργησε, με παραδειγματική σεμνότητα, το ποιητικό έργο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου